h1

Ένα εθνικό σχέδιο για την Παιδεία

Δεκέμβριος 12, 2009

Σε κάθε εποχή, οι κρατούντες σχεδιάζουν και επιχειρούν να επιβάλουν τη δική τους εκπαιδευτική πολιτική, με βάση τις αξίες και τις αρχές τους, καθώς και με βάση την εξάρτησή τους από τις κοινωνικές ομάδες που εκπροσωπούν και που τους ανέδειξαν στην εξουσία. Με βάση τα παραπάνω, καθορίζουν επίσης το περιεχόμενο της παρεχόμενης γνώσης και την κατεύθυνση την οποία θέλουν να έχει η εκπαίδευση. Γιατί, το σχολείο δεν στοχεύει απλώς στην αναπαραγωγή της κοινωνίας, αλλά και στην προετοιμασία των νέων πολιτών, έτσι ώστε αυτοί να προσαρμοστούν, εντασσόμενοι ομαλά στις νέες κοινωνικές συνθήκες, όπως αυτές διαμορφώνονται από τους συσχετισμούς δύναμης μεταξύ των κοινωνικών τάξεων. Το ζήτημα είναι επομένως ποια ομάδα ή κοινωνική συμμαχία έχει κάθε φορά την ηγεμονία και ελέγχει τα κέντρα παιδείας. Το ίδιο ισχύει και για τα κινήματα. Κανένα αίτημα που αφορά την εκπαίδευση δεν μπορεί να είναι ξεκομμένο από την κατεύθυνση την οποία θέλουμε να έχει το ελληνικό σχολείο και, κατ’ επέκταση, την κατεύθυνση που θέλουμε να έχει η χώρα. Με λίγα λόγια, για να έχουμε όραμα σχολείου, πρέπει να έχουμε όραμα κοινωνίας.
Αν επομένως συμφωνούμε πως θέλουμε μια κοινωνία δίκαιη και συνεκτική, ένα κράτος ανεξάρτητο, ασφαλές και όσο το δυνατόν περισσότερο αυτάρκες στο πλαίσιο ενός μοντέλου ήπιας και ισόρροπης ανάπτυξης, με οικονομία στηριγμένη στην παραγωγή αξιών χρήσης, προϊόντων ποιότητας και φιλικών προς το περιβάλλον, με σχέσεις ειρήνης, αλλά και αμοιβαίου σεβασμού με τους γειτονικούς λαούς, μια χώρα που προστατεύει τον φυσικό της πλούτο και αναδεικνύει την πλούσια παράδοσή της αλλά και ζητά να την προσαρμόσει στις σύγχρονες ανάγκες, με πολίτες που διαθέτουν δημοκρατικό αγωνιστικό ήθος και σέβονται τη διαφορετικότητα, κοινωνικά και οικολογικά ευαίσθητους, εγγράμματους και αισθητικά καλλιεργημένους, πατριώτες και διεθνιστές και όχι εθνικιστές και ρατσιστές, αλλά ούτε και συμπλεγματικούς μιμητές δυτικών προτύπων και άβουλους καταναλωτές, κυρίως όμως ανθρώπους ισορροπημένους, με αξίες και ήθος, και εργαζόμενους υπεύθυνους, δημιουργικούς και εργατικούς αλλά και με πλήρη εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα, τότε μπορούμε (και πρέπει) να διατυπώσουμε και το ανάλογο εκπαιδευτικό πρόγραμμα.
Προτείνουμε λοιπόν ένα εθνικό σχέδιο για την Παιδεία το οποίο: α) θα καθορίζει ένα μίνιμουμ συγκεκριμένων γνώσεων που απαιτούνται για την ολοκλήρωση κάθε βαθμίδας με βάση τους παραπάνω κατευθυντήριους άξονες, β) τους τρόπους διασφάλισης της απόκτησης των γνώσεων αυτών και γ) τη δωρεάν δημόσια παιδεία όχι απλώς χωρίς αποκλεισμούς, αλλά με ενίσχυση των παιδιών των ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων. Η γνώση ως αξία, ως απελευθερωτική δύναμη, αλλά και ως άθλημα παιδείας, καθώς απαιτείται κόπος και προσπάθεια για να αποκτηθεί, βρίσκεται στο κέντρο αυτού του σχεδίου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

h1

Αναζητώντας μία πολιτική για την παιδεία

Δεκέμβριος 12, 2009

Αν θέταμε το ερώτημα για την εμπιστοσύνη που έχει η ελληνική κοινωνία για το εκπαιδευτικό μας σύστημα, φοβάμαι πως η απάντηση θα ήταν απαξιωτική γι’ αυτό από μαθητές, γονείς, εκπαιδευτικούς, και ίσως και από το ίδιο το ΥΠΕΠΘ. Πολλοί πολίτες ίσως θα αναζητούσαν τις ευθύνες σε ανεπάρκειες ή λανθασμένες επιλογές κάποιων υπουργών που είχαν την ευθύνη της εκπαιδευτικής πολιτικής τα τελευταία χρόνια. Είναι όμως έτσι;

Μετανεωτερικότητα και εκπαίδευση

Θα ήταν λάθος την περίοδο της ύστερης νεωτερικότητας να τίθενται ερωτήματα για την εκπαιδευτική πολιτική στην εκπαίδευση και να μη συνδέονται με τα χαρακτηριστικά της εποχής, να μην εντοπίζονται οι αλλαγές που με άμεσο ή έμμεσο τρόπο συνδέονται με την παγκοσμιοποίηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

h1

Για το περιεχόμενο του σχολείου

Δεκέμβριος 12, 2009

Σε 80.000 περίπου υπολογιζόμαστε οι εκπαιδευτικοί δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Είμαστε ένας πραγματικός γίγαντας.
Ένας γίγαντας όμως που τελεί εν υπνώσει. Άλλοι τόσοι υπολογίζονται και στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Το περσινό τους κινηματικό ξύπνημα άφησε πράγματα, αλλά όχι τόσο για το περιεχόμενο του σχολείου σήμερα. Δεν πρέπει να αφήσουμε από τη σκέψη μας και εκείνο το κομμάτι των πανεπιστημιακών που «πετιέται» στο περιθώριο της έρευνας και της μονιμότητας, από τις αλλαγές που προωθούνται στην ανώτατη εκπαίδευση.
Αν αναλογιστεί κανείς ότι οι εκατοντάδες χιλιάδες εκπαιδευτικοί είμαστε «εγγράμματοι εργαζόμενοι», η συνεισφορά μας στην πολιτική κουλτούρα της χώρας, έξω από το στενό χώρο του σχολείου, είναι μηδαμινή. Το ερώτημα είναι πόσο είναι σημαντική και μέσα. Εδώ δεν αναφερόμαστε στον επίσημο ρόλο μας. Σ’ αυτόν ακόμα κρατιόμαστε στατιστικά στο επίπεδο του αναγκαίου. Όχι όμως πάντοτε στα μάτια των γονέων – άδικα ή δίκαια– αδιάφορο.
Τα αιτήματά μας, όπως εκφράζονται στο επίπεδο του ΔΣ της ΟΛΜΕ ή των συμπολιτευόμενων την Κυβέρνηση ή των αντιπολιτευόμενων σεχταριστικά το ΔΣ της ΟΛΜΕ, είναι παγιωμένα κι αυτά εδώ και είκοσι χρόνια. Περιορίζονται βασικά σε, δίκαιες μεν, μισθολογικές και ασφαλιστικές κυρίως διεκδικήσεις, που όμως δεν φαίνονται ικανές να συνεγείρουν τον κλάδο έτσι ώστε να παλέψει γι’ αυτές, αλλά και για την συνολική ανατροπή της εισοδηματικής πολιτικής. Φυσικά γίνονται επί μέρους προσπάθειες και για το περιεχόμενο του σχολείου με μικρή επιτυχία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

h1

Διάλογος για την παιδεία

Δεκέμβριος 12, 2009

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ;

Κάθε Υπουργός Παιδείας και ένα νέο σύστημα εισαγωγής

Στο πλαίσιο του «διαλόγου για την Παιδεία» που εγκαινιάζει το «Άρδην» από αυτό το τεύχος ξεκινάμε με ένα σημείωμα που αφορά το ζήτημα της πρόσβασης στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Πρόκειται για κεντρικότατο πολιτικό ζήτημα αν αναλογιστεί κανείς ότι οι εισαγωγικές εξετάσεις αποτελούν μια από τις πρώτες ειδήσεις στα τηλεοπτικά δελτία με τις γνωστές γραφικές σκηνές των υποψηφίων εντός και των αγωνιώντων γονέων εκτός των κιγκλιδωμάτων των εξεταστικών κέντρων, ενώ πολλές εφημερίδες δημοσιεύουν καθημερινά θέματα εξετάσεων για να ασκούνται οι υποψήφιοι στην εξεταστέα ύλη. Ακόμη περισσότερο, το σύστημα εισαγωγής στο Πανεπιστήμιο αποτελεί για τον εκάστοτε Υπουργό Παιδείας τη μεγάλη πρόκληση για να επιδοθεί ως μαθητευόμενος μάγος στους προσωπικούς του πειραματισμούς. Στην πρόσφατη ιστορία του θεσμού, όλοι ανεξαιρέτως οι Υπουργοί Παιδείας ασχολήθηκαν περισσότερο ή λιγότερο με το ζήτημα της «μεταρρύθμισης» του τρόπου εισαγωγής στα Πανεπιστήμια. Οπωσδήποτε αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία μάλλον ακατανόητη για τους πολίτες άλλων χωρών όπου το ίδιο σύστημα ισχύει για δεκαετίες.

Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις, οι επιχειρούμενες «μεταρρυθμίσεις» προκάλεσαν κραδασμούς που εξελίχθηκαν σε πραγματικές εκρήξεις. Ανάμεσα σε αυτούς που διέπρεψαν σε αυτό το άθλημα κι ο Βασίλης Κοντογιαννόπουλος που αποφάσισε να επιβάλει τις παιδαγωγικές του αντιλήψεις επιστρατεύοντας το… στρατιωτικό σκέλος του κομματικού μηχανισμού της ΝΔ γεγονός που οδήγησε στη βάρβαρη δολοφονία του καθηγητή Νίκου Τεμπονέρα και ως επακόλουθο αυτού στην παραίτησή του πρώην δεξιού και νυν σοσιαλιστή πολιτικού. Ο δε Αρσένης προκάλεσε με τη δική του «μεταρρύθμιση» τη δεύτερη μεγαλύτερη μαθητική εξέγερση της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Το μόνο που παρέμεινε ανέγγιχτο όλα αυτά τα χρόνια των διαδοχικών μεταρρυθμίσεων είναι η άλλη παγκόσμια πρωτοτυπία, ο θεσμός των φροντιστηρίων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

h1

Τ.Ε.Ε.: Εναλλακτική διέξοδος ή αδιέξοδο

Δεκέμβριος 12, 2009

Χιλιάδες μαθητές έχουν συρρεύσει τη φετινή χρονιά στα Τ.Ε.Ε. βλέποντας ότι δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις των Ενιαίων Λυκείων όχι μόνο για την εισαγωγή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση αλλά ούτε καν για την απόκτηση του απολυτηρίου. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα Τ.Ε.Ε. φοιτά φέτος πάνω από το 1/3 του συνόλου των μαθητών μεταγυμνασιακής εκπαίδευσης. Να σημειωθεί ότι στα Χανιά, η αναλογία είναι μεγαλύτερη με τάση μάλιστα να εξισωθούν οι αριθμοί μαθητών Ενιαίων Λυκείων και Τ.Ε.Ε. Έτσι, η κοινωνία των 2/3 διαμορφώνεται πια και μέσα από το σχολείο.

Οι μαθητές των Τ.Ε.Ε. δε θα αποκτήσουν απολυτήριο λυκείου, ενώ ο δρόμος που οδηγεί στα Τ.Ε.Ι. φαίνεται πως είναι σπαρμένος με αγκάθια. Ήδη έχει ανακοινωθεί ότι οι μαθητές που θα περνούν με επιτυχία τις πανελλαδικές εξετάσεις του β΄ Κύκλου, θα εισάγονται σε κάποιο προπαρασκευαστικό εξάμηνο και εάν περάσουν με επιτυχία τις εξετάσεις του εξαμήνου αυτού, τότε θα εγγράφονται κανονικά στο α΄ εξάμηνο σπουδών του Τ.Ε.Ι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

h1

Και πάλι για τον συνδικαλισμό των εκπαιδευτικών

Δεκέμβριος 12, 2009

Στο σημείωμα του προηγούμενου φύλλου, καταγράψαμε την πραγματικότητα του συνδικαλισμού των εκπαιδευτικών. Το βασικό συμπέρασμα αυτής της καταγραφής είναι πως πάσχει από έλλειψη συλλογικότητας και πρότασης για το σχολείο και την κοινωνία. Πώς όμως θα μπορούσαν να καλυφθούν αυτές οι ελλείψεις; Τι δέον γενέσθαι; Η χαμένη συλλογικότητα των εκπαιδευτικών θα μπορούσε να ανακτηθεί μέσα από συγκεκριμένες ατομικές ή ομαδικές πρωτοβουλίες που έχουν σχέση με την παιδεία και τον πολιτισμό. Για παράδειγμα, στην επαρχία Ερμιονίδας στην Αργολίδα, η ομάδα εκπαιδευτικών «Απέναντι Όχθη» έχει ραδιοφωνική εκπομπή, μέσα από την οποία παρεμβαίνει σε ζητήματα που αφορούν τόσο την καθημερινότητα του εκπαιδευτικού όσο και γενικότερα εκπαιδευτικά, κοινωνικά, πολιτικά και πολιτιστικά ζητήματα. Η ίδια ομάδα, που λειτουργεί σε ολόκληρο τον νομό, πρότεινε και πέτυχε έτσι ώστε η τοπική ΕΛΜΕ να προσκαλέσει συγγραφείς για να παρουσιάσουν την τελευταία τους δουλειά, ενώ παράλληλα συζητά την προοπτική συνεργασίας με το Τμήμα Θεατρολογίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Υπάρχουν ακόμη ιδέες για κινηματογραφικά αφιερώματα κ.λπ., ενώ οργανώνεται για το καλοκαίρι εκδρομή-περιήγηση στα ελληνικά μνημεία της Σικελίας.

Μια άλλη πρόταση αφορά την παρέμβαση στο περιεχόμενο της παρεχόμενης γνώσης. Η σύσταση ομάδων εργασίας, η κριτική στο περιεχόμενο και τη φιλοσοφία των νέων βιβλίων που έχουν εισαχθεί στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, η οργάνωση διαλέξεων και ανοιχτών συζητήσεων πάνω σε ζητήματα που αφορούν την παρεχόμενη γνώση ή τις μεθόδους διδασκαλίας, η έκδοση περιοδικού και η δημιουργία ιστοσελίδας είναι πράγματα που μπορούν να πραγματοποιηθούν από πρωτοβουλίες εκπαιδευτικών σε κάθε περιοχή της Ελλάδας. Ακόμη και αυτή η περιλάλητη «επιμόρφωση» θα μπορούσε σε μεγάλο βαθμό να αναληφθεί από εμάς τους ίδιους, που άλλωστε είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε καλύτερα τις ελλείψεις και τις ανάγκες μας. Τέλος, η κριτική στο περιεχόμενο της εκπαίδευσης θα μπορούσε να αποτελέσει και αντικείμενο διεκδίκησης, όπως είναι, για παράδειγμα, το αίτημα για απόσυρση του βιβλίου Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού ή η άρνηση αποδοχής των εγχειριδίων του CDRSEE, που έχουν γραφτεί με την καθοδήγηση και τη χρηματοδότηση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, του USAID, της Κόκα Κόλα κ.ά. «ευαγών» ιδρυμάτων.

Σε ό,τι αφορά τη διατύπωση ενός διαφορετικού οράματος, οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει καταρχήν να αποφασίσουν αν θα συνεχίσουν να αποτελούν μέρος του προβλήματος ή αν θα αποτελέσουν τη λύση του. Η δραστηριοποίησή μας σε μια σειρά από εκπαιδευτικά, κοινωνικά και πολιτιστικά θέματα μπορούν να οδηγήσουν σε λύση, χωρίς υποχρεωτικά να καταλήγουν στη διατύπωση μιας οριστικής πρότασης, που ως διά μαγείας θα αντιμετωπίζει όλα τα προβλήματα. Αν όμως τεθούν εξαρχής κάποιες αδιαπραγμάτευτες αρχές, όπως είναι το δικαίωμα στη μόρφωση, η κοινωνική δικαιοσύνη γενικότερα, η εθνική ανεξαρτησία και η οικολογική ευαισθησία, τότε, έστω και σε μικρές αρχικά ομάδες, θα μπορέσουμε να συμβάλουμε στη διατύπωση ενός συλλογικού οράματος. Από εκεί και πέρα τίθεται το ζήτημα του υποκειμένου. Αξίζει όμως να δοκιμάσουμε, και όσοι πιστοί…

* Τάσος Χατζηαναστασίου, Μέλος ΔΣ ΕΛΜΕ Αργολίδας

h1

Το σχολείο του νέου καπιταλισμού

Δεκέμβριος 12, 2009

Το κίνημα που, εδώ και τριάντα χρόνια, μετασχημάτιζε το Σχολείο προς μια πανομοιότυπη πάντοτε κατεύθυνση, τώρα μπορεί να γίνει κατανοητό στη θλιβερή ιστορική του αλήθεια. Κάτω από τη διπλή επίκληση «εκδημοκρατισμού της εκπαίδευσης» (πρόκειται για απόλυτο ψεύδος) και την «αναγκαία προσαρμογή στον σύγχρονο κόσμο» (εδώ έχουμε μισή αλήθεια), αυτό που καθιερώνεται, μέσα από όλες αυτές τις εξίσου άθλιες μεταρρυθμίσεις, είναι το Σχολείο του Ολοκληρωτικού Καπιταλισμού, δηλαδή το Σχολείο ως μία από τις αποφασιστικές λογισμικές βάσεις, αφετηρία για τις πιο μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες –από τη στιγμή που ολοκληρώθηκε σε γενικές γραμμές η διαδικασία αναδιάρθρωσής τους– ώστε να διεξάγουν με όλη την επιθυμητή αποτελεσματικότητα τον παγκόσμιο οικονομικό πόλεμο του 21ού αιώνα. Τον Σεπτέμβριο του 1995, υπό την αιγίδα του ιδρύματος Γκορμπατσώφ, «πεντακόσιοι πολιτικοί, οικονομικοί ηγέτες και επιστήμονες πρώτης κλάσεως», που στα δικά τους τα μάτια φαντάζουν ως η ελίτ του κόσμου, συγκεντρώθηκαν στο ξενοδοχείο Fairmon του Σαν Φρανσίσκο για να εκθέσουν τις απόψεις τους για τα πεπρωμένα του νέου πολιτισμού. Δεδομένου του αντικειμένου του, στο φόρουμ αυτό πρυτάνευε η αρχή της πιο αυστηρής αποτελεσματικότητας: «Αυστηροί κανόνες υποχρεώνουν όλους τους συμμετέχοντες να ξεχάσουν τη ρητορική. Οι εισηγητές διαθέτουν μόλις πέντε λεπτά για να εισηγηθούν κάποιο θέμα. Εξάλλου στη διάρκεια των συζητήσεων καμία παρέμβαση δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο λεπτά».

Από τη στιγμή που καθορίστηκαν αυτές οι αρχές εργασίας, η σύσκεψη αναγνώρισε –σαν κάτι το απολύτως προφανές, που δεν άξιζε τον κόπο να συζητηθεί– ότι τον ερχόμενο αιώνα τα «δύο δέκατα του ενεργού πληθυσμού θα ήταν αρκετά για να διατηρηθεί η δραστηριότητα της παγκόσμιας οικονομίας». Με τόσο ξεκάθαρες βάσεις, το κύριο πολιτικό πρόβλημα, που το καπιταλιστικό σύστημα είναι υποχρεωμένο να αντιμετωπίσει τις επόμενες δεκαετίες, μπορεί να διατυπωθεί με κάθε αυστηρότητα: Πώς θα είναι δυνατόν, για την ελίτ του κόσμου, να διατηρηθεί η διακυβερνησιμότητα της κατά τα 80% υπεράριθμης ανθρωπότητας, της οποίας το ανώφελο έχει ήδη προγραμματίσει η φιλελεύθερη λογική;

Η λύση που επικράτησε στη σύσκεψη ως πιο λογική ήταν αυτή που πρότεινε ο Ζμπίγκνιεφ Μπρεζίνσκι και της έδωσε το όνομα tittytainment [άρτος και θέαμα]. Με αυτό τoν νεολογισμό-βαλίτσα επρόκειτο απλούστατα να ορισθεί ένα «κοκτέιλ αποβλακωτικής διασκέδασης και επαρκούς διατροφής που θα επέτρεπαν να διατηρηθεί σε καλή διάθεση ο αποστερημένος πληθυσμός του πλανήτη». Αυτή η κυνική και περιφρονητική ανάλυση έχει, καταφανώς, το πλεονέκτημα να ορίζει με όλη την επιθυμητή σαφήνεια τους όρους της εργολαβίας που οι παγκόσμιες ελίτ αναθέτουν στο Σχολείο του 21ου αιώνα. Γι’ αυτό είναι δυνατόν να συναγάγει κανείς εκ των προτέρων, με μικρά περιθώρια λάθους, τις μορφές της οποιασδήποτε μεταρρύθμισης που θα σκόπευε να αναπλάσει τον εκπαιδευτικό μηχανισμό με βάση αποκλειστικά και μόνο τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα τον κεφαλαίου.

*Απόσπασμα από το βιβλίο του Ζαν Κλωντ Μισέα, Η Εκπαίδευση της Αμάθειας, Εκδόσεις Βιβλιόραμα, μτφ. – επιμέλεια: Α. Ελεφάντης